![]() |
|
| |
|
ΚΡΑΣΙ
Η αρχαία ιστορία του κρασιού.
«Η Κύπρος μπορεί να περιγραφεί ως η πιο αμπελοκομική χώρα στον κόσμο» (Λ. Σ. Καραμιχάλης, 1993:7). Σύμφωνα με τον Κύπριο αρχαιολόγο Βάσσο Καραγεώργη, η προέλευση της αμπέλου και του κρασιού δεν είναι γνωστή, η Κύπρος, όμως, ήταν μια αμπελοκομική χώρα, στην οποία τα κρασιά ήταν άφθονα και οι άνθρωποι τα απολάμβαναν από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. (Βάσσος Καραγεώργης, 1993:32). Αρχαιολογικά και ιστορικά τεκμήρια από παλαιότερα γραπτά αρχεία (των ταξιδιωτών, των ποιητών και των κατακτητών που ήρθαν στην Κύπρο σε μεταγενέστερα χρόνια), δείχνουν ότι το κρασί έπαιζε σημαντικό ρόλο καθ΄όλη τη διάρκεια της μακράς ιστορίας της Κύπρου. Ο Στράβων αποκαλεί την Κύπρο «ευοίνο», που σημαίνει με αφθονία κρασιών (Claude Cobham, 1908:3). Οι ανασκαφές στην Κάτω Πάφο έφεραν στο φως ψηφιδωτά με αμπέλια και κρασιά, καθώς και «τους πρώτους οίνον πίοντες», οι οποίοι παρουσιάζονται σε ψηφιδωτά σε μια αρχαία Ρωμαϊκή έπαυλη (2ος ή 3ος αιώνας π.Χ.), το λεγόμενο «Οίκο του Διονύσου». Ορισμένα νομίσματα που ανακαλύφθηκαν, τα οποία ανάγονται στον 3ο π.Χ. αιώνα, φέρουν στη μία πλευρά την εικόνα μιας αμπέλου, «πιθανότατα για να συμβολίσουν την πηγή του πλούτου της νήσου». Ανακαλύφθηκε επίσης ένα κύπελλο με δύο χειρολαβές, το οποίο ανάγεται στο 550-530 π.Χ., και φέρει την επιγραφή «Χαίρε και πίει ευ», η οποία χρησιμοποιείται σήμερα ως σλόγκαν κυπριακής εταιρείας παραγωγής κρασιού και οινοπνευματωδών (Π. Β. Κοντοπύργου, 1963:13). Η Ιστορία του Κρασιού τη Μεσαιωνική Εοπχή
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΤΗ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗΤο 1191, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε την Κύπρο και την πούλησε,
τον ίδιο χρόνο, στο Τάγμα των Ναϊτών Ιπποτών, οι οποίοι ίδρυσαν τη «Μεγάλη
Διοίκησή» τους (Grand Commandarie) στο Κολόσσι,
κοντά στη Λεμεσό, και έκτισαν εκεί ένα κάστρο, το οποίο είναι σήμερα γνωστό
ως «Κάστρο του Κολοσσίου».
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣΤο κρασί συνήθως φυλαγόταν σε μεγάλα πήλινα κιούπια, το εσωτερικό των οποίων ήταν επιστρωμένο με κατράμι, για να εμποδίζει το χώμα από το να απορροφά το κρασί, και μεταφερόταν μέσα σε δερμάτινα δοχεία, επίσης επιστρωμένα εσωτερικά με κατράμι, για να μην διαρρέει το κρασί (Ευφροσύνη Ριζοπούλου – Ηγουμενίδου:2).
ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΡΑΣΙΟΥ
Υπάρχει μακρά παράδοση παρασκευής κρασιού και στα μοναστήρια. Πολλά από αυτά, όπως η Τροοδίτισσα, η Χρυσορρογιάτισσα και ο Κύκκος, κτίστηκαν σε ορεινές περιοχές, όπου καλλιεργούνταν πολλά αμπέλια και η παραγωγή κρασιού σε αυτά τα μέρη έχει μακρά ιστορία. Τα μοναστήρια έγιναν κέντρα ερευνών και μάθησης, όχι μόνο για το κρασί αλλά και για πολλά άλλα θέματα.
Η ΑΜΠΕΛΟΚΑΛΛΙΕΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΡΑΣΙΟΥΥπάρχουν γύρω στις «δεκαπέντε ποικιλίες κρασιού στην Κύπρο οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν γηγενείς, έχοντας μια παρουσία εξαιρετικά μακρά και πολλά από αυτά δεν καλλιεργούνται πουθενά αλλού στον κόσμο (Pierre Galet, 1993:61). Οι δύο κυρίαρχες ποικιλίες είναι: το «ξυνιστέρι», που είναι η πιο ευρέως καλλιεργημένη ποικιλία λευκού σταφυλιού στην Κύπρο, και το «μαύρο», γνωστό επίσης και ως «τοπικό μαύρο», το οποίο αποτελεί τη βάση για όλα τα κόκκινα και μαύρα κρασιά που παράγονται. Κάποιες άλλες ποικιλίες είναι το «Μαλάγα», το «οφθαλμό», το «σπούρτικο» και το «κανέλλα».
Τα παραδοσιακά σταφυλοπιεστήρια εξακολουθούν να είναι γνωστά με το αρχαίο τους όνομα «Λινός» και εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται πριν από μερικές δεκαετίες. Η περιγραφή του Maritti για το πιεστήριο σταφυλιών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική: «Στη συνέχεια, με το χέρι, με φτυάρια, μάζευαν τα σταφύλια από το δάπεδο και τα μετέφεραν σε ένα δωμάτιο το οποίο αποκαλούν «Λινό», που έχει κλίση στη μια μεριά και είναι στιλβωμένο ή πλακόστρωτο ή καλυμμένο με σανίδια. Εδώ ρίχνουν τα σταφύλια, τα πατούν και τα χτυπούν με ξυλόσφυρα, όπως φαίνεται στο σχέδιο και σταδιακά τα περνούν από το πιεστήριο σταφυλιών, το λεγόμενο «πατητήρι» και επαναλαμβάνουν την ίδια διαδικασία μία ή δύο φορές, αν είναι απαραίτητο». (Giovanni Maritti, 1772:48).
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΙΑΣΤο κρασί παρασκευάζεται με τον παραδοσιακό τρόπο, με τη χρήση μιας μεθόδου που λέγεται «μάνα» ή, όπως έχει καθιερωθεί στην ορολογία της παραγωγής κρασιού, «σύστημα solera», κατά το οποίο το κρασί της νέας παραγωγής αναμιγνύεται με παλαιότερο κρασί και έτσι επιτυγχάνεται βελτίωση στην ποιότητα. Η κουμανταρία είναι ένα κρασί για την παρασκευή του οποίου χρησιμοποιείται η διαδικασία της γήρανσης, βάσει των πληροφοριών που μας δόθηκαν από το Δήμο Θωμά, υπεύθυνο πωλήσεων σε ένα από τα μεγαλύτερα κυπριακά οινοποιεία. Το κρασί αποθηκεύεται σε δρύινα βαρέλια για πάνω από 10 χρόνια, ώστε η γεύση του να μαλακώσει και να απορροφήσει τα ποικίλα αρώματα του ξύλου.
Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΛΕΥΚΟΥ, ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΚΑΙ ΡΟΖΕ ΚΡΑΣΙΟΥΗ παρασκευή ενός καλού κρασιού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Οι βασικότεροι είναι η θερμοκρασία, ο φωτισμός και ο θόρυβος. Το λευκό, το κόκκινο και το ροζέ κρασί παρασκευάζονται με διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες εξαρτώνται από τις ιδιότητες του κάθε είδους. Για την παρασκευή λευκών κρασιών, ο χυμός των σταφυλιών τοποθετείται σε ειδικούς θαλάμους πίεσης, οι οποίοι ρυθμίζουν το διοξείδιο του άνθρακα που απελευθερώνεται λόγω της ζύμωσης, καθώς και το συγκεκριμένο αέριο έχει την ιδιότητα να αφαιρεί τις διάφορες οσμές του χυμού του σταφυλιού. Το λευκό κρασί είναι καλύτερα να καταναλώνεται φρέσκο, συνήθως εντός ενός έτους, σε αντίθεση με το κόκκινο και το ροζέ κρασί, για την παρασκευή των οποίων χρησιμοποιείται η διαδικασία ωρίμασης σε δρύινα βαρέλια για 6 – 9 μήνες και για δυο χρόνια τουλάχιστον σε μπουκάλια, που τοποθετούνται σε υπόγειες κάβες κρασιού (βάσει των πληροφοριών που μας δόθηκαν από το Δήμο Θωμά).
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥΗ ιστορία του κρασιού στην Κύπρο είναι τόσο αρχαία όσο κι η ιστορία του νησιού. Αυτός είναι ο λόγος που τα αμπέλια και τα κρασιά είναι τόσο στενά συνδεδεμένα με τη στάση των ανθρώπων, τα έθιμά τους και γενικά με τον τρόπο ζωής τους. «Ακόμα και σήμερα, ο οινοπαραγωγικός τομέας αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αγροτικές βιομηχανίες της Κύπρου. Σχεδόν το ένα τέταρτο του αγροτικού πληθυσμού του νησιού ασχολείται με την αμπελοκαλλιέργεια, τουλάχιστον με μερική απασχόληση, ως πηγή συμπληρωματικού εισοδήματος» (Νέαρχος Ρούμπας, 1993:47).
Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ
Το κρασί βρίσκεται βαθιά ριζωμένο στην ελληνοκυπριακή παράδοση και κατέχει ηγετικό ρόλο στην καθημερινή ζωή πολλών Κυπρίων. Επίσης σχετίζεται άμεσα με τις συνήθειες πολλών ανθρώπων. Το κρασί και η ζιβανία είναι τα μοναδικά ποτά που είχαν οι γεωργοί για να τους κρατούν ζεστούς τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Επιπρόσθετα, οι άντρες έπιναν κρασί με τους φίλους τους όταν συναντιόντουσαν στα καφενεία και έτρωγαν μεζέδες ή προσφερόταν από τους οικοδεσπότες στους ξένους.
Το κρασί ήταν και παραμένει στενά συνδεδεμένο με θρησκευτικά έθιμα και ιεροτελεστίες. Οι Χριστιανοί πιστοί προσφέρουν κουμανταρία στην εκκλησία για το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση, το κρασί λέγεται «νάμα» και συμβολίζει το αίμα του Ιησού Χριστού. Η κουμανταρία επίσης χορηγείται από τον ιερέα στους νεονύμφους και συμβολίζει το «κοινό ποτήριο», πράγμα που σημαίνει ότι το ζευγάρι πίνει από το ίδιο ποτήρι με τον ίδιο τρόπο που πρέπει να ζήσει την κοινή του ζωή και να αντιμετωπίζει τις ευτυχισμένες στιγμές και τις δυσκολίες της κοινής ζωής. Το κρασί επίσης προσφέρεται στις κηδείες (βλέπε: «Ψωμί») ως «παρηγοριά» και βοηθά το άτομο που έχασε ένα αγαπητό πρόσωπο να ξεχάσει για λίγο τον πόνο του.
ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ
Το κρασί χρησιμοποιείτο στην παραδοσιακή μαγειρική ως συντηρητικό τροφίμων, ιδίως του κρέατος. Κάθε οικογένεια (σε πολλά χωριά μέχρι τα γεγονότα του 1974), έσφαζε το γουρούνι, το οποίο πάχαινε για έξι μήνες, περίπου την εποχή των Χριστουγέννων. Συνήθιζαν να φτιάχνουν «παστά» (αλατισμένα κομμάτια χοιρινού κρέατος διατηρημένα σε κρασί) και λουκάνικα(από κιμά, με διάφορα καρυκεύματα ανάμικτα με κρασί).
ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ
Το κρασί χρησιμοποιείτο επίσης και για θεραπευτικούς σκοπούς. Την παλιά εποχή, οι άνθρωποι συνήθιζαν να αλείφουν τις πληγές με κρασί και να κατασκευάζουν από αυτό φάρμακα. Χρησιμοποιείτο επίσης και σε διατροφικά προγράμματα από την αρχαία εποχή. Τα επιστημονικά πειράματα συμφωνούν με το ελληνικό ρητό «Οίνος ευφραίνει καρδίαν», το οποίο σημαίνει «Το κρασί χαροποιεί την καρδιά», επειδή σύμφωνα με ένα μεγάλο αριθμό επιδημιολογικών μελετών, η λογική κατανάλωση κρασιού «μειώνει τον κίνδυνο καρδιακής προσβολής, βελτιώνει την μνήμη, καταπολεμά τον καρκίνο του μαστού και την ανικανότητα» (Michael Downey, 2003:1). Το κρασί αυξάνει την HDL (καλή χοληστερόλη) και μειώνει την LDL (κακή χοληστερόλη). Το κόκκινο κρασί θεωρείται πιο υγιεινό από το λευκό, επειδή περιέχει κουκούτσια και φλούδα σταφυλιού (Michael Downey, 2003:2).
ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΣΗΜΕΡΑ
Στις μέρες μας, το κρασί απολαμβάνει μεγαλύτερο κύρος στα κυπριακά τραπέζια και συνήθως καταναλώνεται σε ξεχωριστές περιστάσεις, συνοδεύοντας το καλό φαγητό και τη φιλική παρέα. Μεταξύ των Ελληνοκυπρίων, το 72% καταναλώνει κρασί κυρίως στη διάρκεια του χειμώνα, η γενική εικόνα όμως είναι ότι «Οι Ελληνοκύπριοι δεν είναι συνηθισμένοι να πίνουν κρασί», αφού η κατά κεφαλήν ετήσια κατανάλωση κρασιού είναι 13 λίτρα, περιλαμβανομένης και της τουριστικής κατανάλωσης. Με άλλα λόγια, οι Ελληνοκύπριοι καταναλώνουν γύρω στα 7 λίτρα κρασιού ετησίως, μια ποσότητα υπερβολικά χαμηλή για μια χώρα με παράδοση στην αμπελουργία και την οινοποιία, σε σύγκριση με άλλες Μεσογειακές χώρες όπως η Γαλλία, στην οποία η κατά κεφαλήν ετήσια κατανάλωση κρασιού είναι 75 λίτρα, η Ιταλία με 70 λίτρα και η Ελλάδα με 40 λίτρα (Δήμος Θωμά, 2002:19 – 21). Αυτή η περιορισμένη κατανάλωση κρασιού οφείλεται στις ψηλές θερμοκρασίες για το μεγαλύτερο μέρος του έτους, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι Κύπριοι δεν είναι συνηθισμένοι να καταναλώνουν κρασί, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Περαιτέρω, στην Κύπρο, το 57% των αρρένων και το 44% των θηλέων καταναλώνουν κρασί. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι στις αστικές περιοχές καταναλώνεται περισσότερο κρασί από ότι στις αγροτικές. Επίσης, όσο πιο ψηλό είναι το μορφωτικό επίπεδο και η κοινωνική τάξη, τόσο περισσότερο κρασί καταναλώνεται. Επιπρόσθετα, η ηλικιακή ομάδα που καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες κρασιού είναι μεταξύ 25 – 55 ετών και τα μέρη με τη μεγαλύτερη κατανάλωση είναι τα εστιατόρια, οι ταβέρνες και οι διάφορες δεξιώσεις (Δήμος Θωμάς, 2002:19 – 21). Αυτά τα δεδομένα ισχύουν και γενικότερα στο εξωτερικό. Το κρασί δεν είναι ένα ποτό για καθημερινή κατανάλωση, αλλά σχετίζεται με τη χαρά και καταναλώνεται με φίλους, ως συνοδεία καλού φαγητού. Επιπρόσθετα, είναι ένα ποτό συνδεδεμένο με τον έρωτα και τον ηδονισμό και τα ζευγάρια το προτιμούν για τις ιδιωτικές τους στιγμές. Το κρασί σφραγίζει αξίες όπως η φιλία, η επιτυχία, η κοινωνική αποδοχή και ο πλούτος, ένα γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς. Όλα αυτά τα μηνύματα έρχονται από κυπριακές και ξένες διαφημίσεις, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την κοινωνική πραγματικότητα και καθορίζοντας εκ νέου τα ήδη εδραιωμένα καταναλωτικά πρότυπα.
Στη διάρκεια των τελευταίων ετών, έχει παρατηρηθεί μια αύξηση στις εισαγωγές κρασιών,που ενώ το 1995 αποτελούσαν το 2,5% της Ελληνοκυπριακής κατανάλωσης κρασιών, το 1998 έφτασαν το 4,9%, και το 2001 η κατανάλωση αυξήθηκε στο 10% (Δήμος Θωμά, 2002:26). Αυτό φανερώνει την τάση που επικρατεί μεταξύ των Ελληνοκυπρίων για υποτίμηση οποιουδήποτε κυπριακού προϊόντος, αφού η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι τα τοπικά προϊόντα δεν είναι τόσο καλά όσο τα εισαγόμενα. Βάσει των προαναφερθεισών ερευνών, οι Ελληνοκύπριοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερα χρήματα για να καταναλώσουν ένα καλό κρασί.
ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ
Οι λόγοι για τους οποίους το κρασί προτιμάται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ταυτόχρονα πρακτικοί, καθώς το κρασί είναι ένα ποτό με χαμηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Χαλαρώνει και δημιουργεί ευδιαθεσία χωρίς οι αρνητικές επιπτώσεις της μέθης να εμφανίζονται γρήγορα. Επιπρόσθετα, υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία κρασιών, συνεπώς και μια ποικιλία γούστων, έτσι τα κρασιά συνδυάζονται με μια πληθώρα άλλων γεύσεων. Χάρη στην απαλή και λεπτή του γεύση, διατηρεί την ισορροπία μεταξύ των διάφορων γεύσεων και δεν τις υπερνικά, κάτι το οποίο δεν ισχύει για διάφορα άλλα ποτά με ψηλό περιεχόμενο σε οινόπνευμα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Cobham, Claude D., 1908. Excerpta Cypria. Material for
a History of Cyprus. Cambridge. Davies, Gilli, 1993. “Wine in Cyprus Cooking”.
Στο : Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of
Tradition. Λεμεσός, σελίδες 122 – 135. Galet, Pierre, 1993. “The Vines of Cyprus”. Στο:
Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of Tradition.
Λεμεσός, σελίδες pp. 60 – 72. Καραγεώργης, Βάσσος, 1993. “The History of Wine in
Cyprus”. Στο: Vines and Wines of Cyprus. 4000
Years of Tradition. Λεμεσός, σελίδες
30 – 45. Καραμιχάλης, Λ., 1993. “Introdution”.
Στο : Vines and Wines of Cyprus.
4000 Years of Tradition. Λεμεσός, σελίδες 6 –
9. Κοντοπύργου, Π., Φεβρουάριος 1963. Κύπρος – Φαγητό και Κρασί Διαμέσου
των Αιώνων. Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας, Λευκωσία. Mariti, Giovanni,
(1772) 1984. Wines of
Cyprus. Σε μετάφραση Gwyn Morris,
Αθήνα, 1984. Ψαράς, Π., 1993. «Ο Απόστολος των Κρασιών». Στο:
Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of
Tradition. Λεμεσός, σελίδες 90 – 105. Ριζοπούλου – Ηγουμενίδου, Ευφροσύνη. Τα αμπέλια και τα Κρασιά στην
Παραδοσιακή Κουλτούρα της Κύπρου (18ος – 20ος αιώνας). Ρούμπας, Νέαρχος, 1993. «Η Αμπελουργία στην Κύπρο». Στο:
Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of
Tradition. Λεμεσός, σελίδες 47 – 59. Θωμά Δήμος, Αύγουστος 2002. Έκθεση Διευθυντή Τμήματος Πωλήσεων προς τη Διεύθυνση για την Επιτόπια Αγορά. ΕΤΚΟ ΛΤΔ. Τμήμα Πωλήσεων, Λεμεσός.
|
|
![]() |
|
| |
|
![]() |
![]() |
| |
|