Language EN | GR | TU

ΚΡΑΣΙ

 

Η αρχαία ιστορία του κρασιού.

 

«Η Κύπρος μπορεί να περιγραφεί ως η πιο αμπελοκομική χώρα στον κόσμο» (Λ. Σ. Καραμιχάλης, 1993:7). Σύμφωνα με τον Κύπριο αρχαιολόγο Βάσσο Καραγεώργη, η προέλευση της αμπέλου και του κρασιού δεν είναι γνωστή, η Κύπρος, όμως, ήταν μια αμπελοκομική χώρα, στην οποία τα κρασιά ήταν άφθονα και οι άνθρωποι τα απολάμβαναν από τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. (Βάσσος Καραγεώργης, 1993:32). Αρχαιολογικά και ιστορικά τεκμήρια από παλαιότερα γραπτά αρχεία (των ταξιδιωτών, των ποιητών και των κατακτητών που ήρθαν στην Κύπρο σε μεταγενέστερα χρόνια), δείχνουν ότι το κρασί έπαιζε σημαντικό ρόλο καθ΄όλη τη διάρκεια της μακράς ιστορίας της Κύπρου. Ο Στράβων αποκαλεί την Κύπρο «ευοίνο», που σημαίνει με αφθονία κρασιών (Claude Cobham, 1908:3). Οι ανασκαφές στην Κάτω Πάφο έφεραν στο φως ψηφιδωτά με αμπέλια και κρασιά, καθώς και «τους πρώτους οίνον πίοντες», οι οποίοι παρουσιάζονται σε ψηφιδωτά σε μια αρχαία Ρωμαϊκή έπαυλη (2ος ή 3ος αιώνας π.Χ.), το λεγόμενο «Οίκο του Διονύσου». Ορισμένα νομίσματα που ανακαλύφθηκαν, τα οποία ανάγονται στον 3ο π.Χ. αιώνα, φέρουν στη μία πλευρά την εικόνα μιας αμπέλου, «πιθανότατα για να συμβολίσουν την πηγή του πλούτου της νήσου». Ανακαλύφθηκε επίσης ένα κύπελλο με δύο χειρολαβές, το οποίο ανάγεται στο 550-530 π.Χ., και φέρει την επιγραφή «Χαίρε και πίει ευ», η οποία χρησιμοποιείται σήμερα ως σλόγκαν  κυπριακής εταιρείας παραγωγής κρασιού και οινοπνευματωδών (Π. Β. Κοντοπύργου, 1963:13).

Η Ιστορία του Κρασιού τη Μεσαιωνική Εοπχή
Παραδοσιακοί Τρόποι Αποθήκευσης
Μοναστήρια και οινοποιία
Η αμπελουργία στην Κύπρο και η παραγωγή κρασιού
Η διαδικασία της παρασκευής κουμανταρίας
Η διαδικασία της παρασκευής λευκού, ερυθρού και ροζέ κρασιού
Η οικονομική σημασία του κρασιού
Κοινωνικές πτυχές του κρασιού
Το κρασί και η Κυπριακή Κουζίνα
Το κρασί και η υγεία
Το κρασί σήμερα
Οι ιδιότητες του κρασιού
Βιβλιογραφία

 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΤΗ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Το 1191, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε την Κύπρο και την πούλησε, τον ίδιο χρόνο, στο Τάγμα των Ναϊτών Ιπποτών, οι οποίοι ίδρυσαν τη «Μεγάλη Διοίκησή» τους (Grand Commandarie) στο Κολόσσι, κοντά στη Λεμεσό, και έκτισαν εκεί ένα κάστρο, το οποίο είναι σήμερα γνωστό ως «Κάστρο του Κολοσσίου».
Το κυπριακό κρασί «κουμανταρία» παρήχθη για πρώτη φορά από αυτούς και από τότε το όνομα και το κρασί παραμένουν τα ίδια, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. «Η κουμανταρία η οποία παρασκευάζεται τώρα έχει την παλαιότερη παράδοση από οποιοδήποτε κρασί σ΄ ολόκληρο τον κόσμο» (Π. Β. Κοντοπύργου, 1963:15). Σύμφωνα με έναν θρύλο, «Η κομανταρία στέφθηκε από τον Βασιλιά Φίλιππο Αύγουστο, το Βασιλιά της Γαλλίας, ως «ο απόστολος των κρασιών» από το 1223 ή ακόμα παλαιότερα» (Π. Ψαράς, 1993:91). Όπως αντικατοπτρίζεται στις περιγραφές πολλών ταξιδιωτών και συγγραφέων, αυτό το κρασί ήταν γνωστό από την εποχή του Μεσαίωνα, χάρη στην ξεχωριστή του ποιότητα και τα εξαίρετα χαρακτηριστικά του. Ο Wilbrand von Oldenburg, Κόμης του Oldenburg, το 1212, τόσο πολύ εντυπωσιάστηκε από τα γλυκά κρασιά, που τα περιέγραψε ως εξής: «Τα κρασιά αυτού του νησιού είναι τόσο παχύρρευστα και πλούσια, που κάποτε παρασκευάζονται ειδικά για να τρώγονται σαν μέλι με το ψωμί» (Claude Cobham, 1908:14). Μια άλλη αναφορά στο κρασί είναι η ιστορία του Σελίμ Β΄, ο οποίος αποφάσισε να επιτεθεί και να κατακτήσει την Κύπρο, επειδή υπεραγαπούσε τα δυνατά της κρασιά. Έφερε το παρατσούκλι «Σελίμ ο Μέθυσος», το οποίο εξηγεί το πάθος του για το κρασί (Ευφροσύνη Ριζοπούλου – Ηγουμενίδου:1). Ο Tomasso Porcassi το 1576 (Claude Cobham, 1908:162) έγραψε για την Κύπρο: «Το νησί είναι πλούσιο σε όλους τους καρπούς της γης και τα πιο χρήσιμα προϊόντα τους. Τα κρασιά του είναι πολύ γευστικά και θρεπτικά. Καθώς παλαιώνουν, μετατρέπονται από μαύρα σε λευκά, είναι εύοσμα και εύγευστα. Μπορείς να βρεις κρασιά ηλικίας 80 ετών και άνω και ένα κρασί καλής χρονιάς που δεν έχει κοσμήσει το τραπέζι κάποιου ευγενούς αποκτά νέα τιμητική χρήση ως φάρμακο, χάρη στις ιδιότητές του για αποκατάσταση και διατήρηση της υγείας, οι οποίες είναι οι ιδιότητες ενός βαλσάμου».


Άλλα χαρακτηριστικά των τοπικών κρασιών, για τα οποία οι επισκέπτες έκαναν σχόλια, ήταν η δύναμη τους. Ο Αυγουστινιανός μοναχός Jacobs de Verona, ο οποίος επισκέφτηκε την Κύπρο το 1335, αναφέρει: «...ένα ντόπιο κρασί, το Marea, το οποίο είναι τόσο καυστικό, που αν το πιεις αδιάλυτο σου καίει τα σωθικά...όποιος το πιει πρέπει να διαλύσει ένα ποτήρι κρασιού σε τέσσερα νερού, και ακόμη και τότε είναι πολύ δυνατό». (Claude Cobham, 1908:18). Το 1683 ένας Ολλανδός, ο Van Bryn, δήλωνε ότι: «Υπάρχουν κόκκινα και λευκά κρασιά, και τα δύο εξαίρετα, αλλά τόσο δυνατά, που για συνήθη χρήση πρέπει να βάλεις διπλάσιο νερό από όσο είναι το κρασί. Δεν θυμάμαι να γεύτηκα ποτέ δυνατότερο κρασί.» (Claude Cobham, 1908:243).

 

 

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ

Το κρασί συνήθως φυλαγόταν σε μεγάλα πήλινα κιούπια, το εσωτερικό των οποίων ήταν επιστρωμένο με κατράμι, για να εμποδίζει το χώμα από το να απορροφά το κρασί, και μεταφερόταν μέσα σε δερμάτινα δοχεία, επίσης επιστρωμένα εσωτερικά με κατράμι, για να μην διαρρέει το κρασί (Ευφροσύνη Ριζοπούλου – Ηγουμενίδου:2).


Η γεύση του κατραμιού ήταν απεχθής για τους Ευρωπαίους καταναλωτές και ένα θέμα πολυσυζητημένο με αρνητικά σχόλια. Η ευρεία κατανάλωση κρασιού αποδεικνύεται από τα τεράστια δοχεία, τα λεγόμενα «πιθάρια», τα οποία εξακολουθούμε να συναντάμε στα κελάρια παραδοσιακών σπιτιών στα οινοπαραγωγικά χωριά και μοναστήρια σε όλη την Κύπρο.

  

ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΡΑΣΙΟΥ

 

Υπάρχει μακρά παράδοση παρασκευής κρασιού και στα μοναστήρια. Πολλά από αυτά, όπως η Τροοδίτισσα, η Χρυσορρογιάτισσα και ο Κύκκος, κτίστηκαν σε ορεινές περιοχές, όπου καλλιεργούνταν πολλά αμπέλια και η παραγωγή κρασιού σε αυτά τα μέρη έχει μακρά ιστορία. Τα μοναστήρια έγιναν κέντρα ερευνών και μάθησης, όχι μόνο για το κρασί αλλά και για πολλά άλλα θέματα.

 

Η ΑΜΠΕΛΟΚΑΛΛΙΕΓΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΡΑΣΙΟΥ

Υπάρχουν γύρω στις «δεκαπέντε ποικιλίες κρασιού στην Κύπρο οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν γηγενείς, έχοντας μια παρουσία εξαιρετικά μακρά και πολλά από αυτά δεν καλλιεργούνται πουθενά αλλού στον κόσμο (Pierre Galet, 1993:61). Οι δύο κυρίαρχες ποικιλίες είναι: το «ξυνιστέρι», που είναι η πιο ευρέως καλλιεργημένη ποικιλία λευκού σταφυλιού στην Κύπρο, και το «μαύρο», γνωστό επίσης και ως «τοπικό μαύρο», το οποίο αποτελεί τη βάση για όλα τα κόκκινα και μαύρα κρασιά που παράγονται. Κάποιες άλλες ποικιλίες είναι το «Μαλάγα», το «οφθαλμό», το «σπούρτικο» και το «κανέλλα».

 

Τα παραδοσιακά σταφυλοπιεστήρια εξακολουθούν να είναι γνωστά με το αρχαίο τους όνομα «Λινός» και εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούνται πριν από μερικές δεκαετίες. Η περιγραφή του Maritti για το πιεστήριο σταφυλιών είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική: «Στη συνέχεια, με το χέρι, με φτυάρια, μάζευαν τα σταφύλια από το δάπεδο και τα μετέφεραν σε ένα δωμάτιο το οποίο αποκαλούν «Λινό», που έχει κλίση στη μια μεριά και είναι στιλβωμένο ή πλακόστρωτο ή καλυμμένο με σανίδια. Εδώ ρίχνουν τα σταφύλια, τα πατούν και τα χτυπούν με ξυλόσφυρα, όπως φαίνεται στο σχέδιο και σταδιακά τα περνούν από το πιεστήριο σταφυλιών, το λεγόμενο «πατητήρι» και επαναλαμβάνουν την ίδια διαδικασία μία ή δύο φορές, αν είναι απαραίτητο». (Giovanni Maritti, 1772:48).


Η διαδικασία παρασκευής κρασιού σε σύγχρονα οινοποιεία διαφέρει από τα παραδοσιακά οινοποιεία όσν αφορά τον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται. Μέρος των επενδύσεων που γίνονται από τα οινοποιεία αφορούν την αγορά και εγκατάσταση νέου εξοπλισμού και τον πειραματισμό, ούτως ώστε η διαδικασία παραγωγής κρασιού να καταστεί καλύτερη, πιο αποδοτική και ψηλότερης ποιότητας, σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς τρόπους παρασκευής κρασιού, οι οποίοι μεταδίδονται από γενιά σε γενιά χωρίς φαινομενικά να αλλάζουν.

 

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΚΟΥΜΑΝΤΑΡΙΑΣ

Το κρασί παρασκευάζεται με τον παραδοσιακό τρόπο, με τη χρήση μιας μεθόδου που λέγεται «μάνα» ή, όπως έχει καθιερωθεί στην ορολογία της παραγωγής κρασιού, «σύστημα solera», κατά το οποίο το κρασί της νέας παραγωγής αναμιγνύεται με παλαιότερο κρασί και έτσι επιτυγχάνεται βελτίωση στην ποιότητα. Η κουμανταρία είναι ένα κρασί για την παρασκευή του οποίου χρησιμοποιείται η διαδικασία της γήρανσης, βάσει των πληροφοριών που μας δόθηκαν από το Δήμο Θωμά, υπεύθυνο πωλήσεων σε ένα από τα μεγαλύτερα κυπριακά οινοποιεία. Το κρασί αποθηκεύεται σε δρύινα βαρέλια για πάνω από 10 χρόνια, ώστε η γεύση του να μαλακώσει και να απορροφήσει τα ποικίλα αρώματα του ξύλου.

 

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΛΕΥΚΟΥ, ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΚΑΙ ΡΟΖΕ ΚΡΑΣΙΟΥ

Η παρασκευή ενός καλού κρασιού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Οι βασικότεροι είναι η θερμοκρασία, ο φωτισμός και ο θόρυβος. Το λευκό, το κόκκινο και το ροζέ κρασί παρασκευάζονται με διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες εξαρτώνται  από τις ιδιότητες του κάθε είδους. Για την παρασκευή λευκών κρασιών, ο χυμός των σταφυλιών τοποθετείται σε ειδικούς θαλάμους πίεσης, οι οποίοι ρυθμίζουν το διοξείδιο του άνθρακα που απελευθερώνεται λόγω της ζύμωσης, καθώς και το συγκεκριμένο αέριο έχει την ιδιότητα να αφαιρεί τις διάφορες οσμές του χυμού του σταφυλιού. Το λευκό κρασί είναι καλύτερα να καταναλώνεται φρέσκο, συνήθως εντός ενός έτους, σε αντίθεση με το κόκκινο και το ροζέ κρασί, για την παρασκευή των οποίων χρησιμοποιείται η διαδικασία ωρίμασης σε δρύινα βαρέλια για 6 – 9 μήνες και για δυο χρόνια τουλάχιστον σε μπουκάλια, που τοποθετούνται σε υπόγειες κάβες κρασιού (βάσει των πληροφοριών που μας δόθηκαν από το Δήμο Θωμά).

 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ

Η ιστορία του κρασιού στην Κύπρο είναι τόσο αρχαία όσο κι η ιστορία  του νησιού. Αυτός είναι ο λόγος που τα αμπέλια και τα κρασιά είναι τόσο στενά συνδεδεμένα με τη στάση των ανθρώπων, τα έθιμά τους και γενικά με τον τρόπο ζωής τους. «Ακόμα και σήμερα, ο οινοπαραγωγικός τομέας αποτελεί μια από τις σημαντικότερες αγροτικές βιομηχανίες της Κύπρου. Σχεδόν το ένα τέταρτο του αγροτικού πληθυσμού του νησιού ασχολείται με την αμπελοκαλλιέργεια, τουλάχιστον με μερική απασχόληση, ως πηγή συμπληρωματικού εισοδήματος» (Νέαρχος Ρούμπας, 1993:47).


Τα αμπελουργικά προϊόντα είναι από τα κύρια εξαγωγικά είδη του νησιού. Η εγχώρια ελληνοκυπριακή αγορά απορροφά μόνο το 20% περίπου της συνολικής παραγωγής, ενώ τα υπόλοιπα πρέπει να εξάγονται σε αγορές του εξωτερικού, ιδίως στη Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ελβετία, τη Σουηδία και την Ελλάδα. Τα αμπέλια φύονται σε άνω του 13% της συνολικής καλλιεργούμενης περιοχής του νησιού και αποτελούν περίπου το 7% της συνολικής αξίας της αγροτικής παραγωγής (Νέαρχος Ρούμπας, 2000:1). Στη διάρκεια των τελευταίων ετών η βιομηχανία συρρικνώνεται, κυρίως λόγω των κακών καιρικών συνθηκών, κυρίως λόγω της ξηρασίας που χαρακτηρίζει την Κύπρο, και της εγκατάλειψης της βιομηχανίας από τους αμπελουργούς, καθώς πρόκειται για επίμοχθο επάγγελμα, που αποφέρει χαμηλό εισόδημα. Για αυτό το λόγο καταβάλλονται μεγάλες προσπάθειες και έχουν επενδυθεί χιλιάδες λίρες από τα τέσσερα μεγάλα ελληνοκυπριακά οινοποιεία, δηλαδή την ΚΕΟ, την ΕΤΚΟ, τη ΛΟΕΛ και τη ΣΟΔΑΠ, για την επέκταση των ελληνοκυπριακών αμπελώνων και την εξάλειψη του κινδύνου της έλλειψης πρώτων υλών για την παρασκευή κρασιών. Ένας άλλος στόχος είναι η παραγωγή νέων ποικιλιών και η βελτίωση της ποιότητας των κυπριακών κρασιών, δεδομένου ότι διάφοροι ερευνητές έχουν αποδείξει ότι η ανάμειξη δύο διαφορετικών ειδών σταφυλιού για την παραγωγή κρασιού δίνει πολύ καλύτερο αποτέλεσμα.

 

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ

 

Το κρασί βρίσκεται βαθιά ριζωμένο στην ελληνοκυπριακή παράδοση και κατέχει ηγετικό ρόλο στην καθημερινή ζωή πολλών Κυπρίων. Επίσης σχετίζεται άμεσα με τις συνήθειες πολλών ανθρώπων. Το κρασί και η ζιβανία είναι τα μοναδικά ποτά που είχαν οι γεωργοί για να τους κρατούν ζεστούς τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Επιπρόσθετα, οι άντρες έπιναν κρασί με τους  φίλους τους όταν συναντιόντουσαν στα καφενεία και έτρωγαν μεζέδες ή προσφερόταν από τους οικοδεσπότες στους ξένους.


Το παλαιότερο και καλύτερο κρασί φυλασσόταν για τα σημαντικότερα γεγονότα στη ζωή μιας οικογένειας. Ο Maritti περιέγραψε μια συνήθεια των αγροτών μετά τη γέννηση των παιδιών τους. Έθαβαν στο χώμα μια κανάτα με κρασί καλά σφραγισμένη. Το κρασί φυλαγόταν μέχρι τη μέρα του γάμου τού  παιδιού, όταν σερβιρόταν στο γαμήλιο γλέντι και διανεμόταν μεταξύ συγγενών και φίλων (Giovanni Maritti, 1769, σε αναφορά της Ευφροσύνης Ριζοπούλου-Ηγουμενίδου: 14).

 

Το κρασί ήταν και παραμένει στενά συνδεδεμένο με θρησκευτικά έθιμα και ιεροτελεστίες. Οι Χριστιανοί πιστοί προσφέρουν κουμανταρία στην εκκλησία για το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σε αυτή την περίπτωση, το κρασί λέγεται «νάμα» και συμβολίζει το αίμα του Ιησού Χριστού. Η κουμανταρία επίσης χορηγείται από τον ιερέα στους νεονύμφους και συμβολίζει το «κοινό ποτήριο», πράγμα που σημαίνει ότι το ζευγάρι πίνει από το ίδιο ποτήρι με τον ίδιο τρόπο που πρέπει να ζήσει την κοινή του ζωή και να αντιμετωπίζει τις ευτυχισμένες στιγμές και τις δυσκολίες της κοινής ζωής. Το κρασί επίσης προσφέρεται στις κηδείες (βλέπε: «Ψωμί») ως «παρηγοριά» και βοηθά το άτομο που έχασε ένα αγαπητό πρόσωπο να ξεχάσει για λίγο τον πόνο του.

 

ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ Η ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

 

Το κρασί χρησιμοποιείτο στην παραδοσιακή μαγειρική ως συντηρητικό τροφίμων, ιδίως του κρέατος. Κάθε οικογένεια (σε πολλά χωριά μέχρι τα γεγονότα του 1974), έσφαζε το γουρούνι, το οποίο πάχαινε για έξι μήνες, περίπου την εποχή των Χριστουγέννων. Συνήθιζαν να φτιάχνουν «παστά» (αλατισμένα κομμάτια χοιρινού κρέατος διατηρημένα σε κρασί) και λουκάνικα(από κιμά, με διάφορα καρυκεύματα ανάμικτα με κρασί).


Το κρασί είναι διαδεδομένο μεταξύ των μεσογειακών λαών ως υλικό που χρησιμοποιείται στην προετοιμασία μιας ποικιλίας άλλων πιάτων. Στην κυπριακή κουζίνα το κόκκινο κρασί χρησιμοποιείται σήμερα για να κάνει το κρέας τρυφερό και να προσδίδει γεύση, επειδή δεν υφίσταται πια η ανάγκη της διατήρησης του κρέατος στο κρασί. Το κρασί διαθέτει την ικανότητα να κάνει τρυφερό το κρέας. Σε πολλές περιπτώσεις το κρέας που έχει μουλιάσει σε κρασί για μια-δυο μέρες, στη συνέχεια μαγειρεύεται μαριναρισμένο μέσα στους χυμούς του. Με αυτό τον τρόπο μαγειρεύονται τα κυπριακά «αφέλια», ένα ραγού με χοιρινό, κόλιανδρο και κόκκινο κρασί. Υπάρχουν πολλά κυπριακά πιάτα που ετοιμάζονται μέσα σε κρασί, όπως είναι το «οχταπόδι κρασάτο», το «συκώτι κρασάτο», ο «μουσακκάς», το «κουνέλι στιφάδο» (ραγού με κουνέλι και κρεμμύδια»).

 

ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ

 

Το κρασί χρησιμοποιείτο επίσης και για θεραπευτικούς σκοπούς. Την παλιά εποχή, οι άνθρωποι συνήθιζαν να αλείφουν τις πληγές με κρασί και να κατασκευάζουν από αυτό φάρμακα. Χρησιμοποιείτο επίσης και σε διατροφικά προγράμματα από την αρχαία εποχή. Τα επιστημονικά πειράματα συμφωνούν με το ελληνικό ρητό «Οίνος ευφραίνει καρδίαν», το οποίο σημαίνει «Το κρασί χαροποιεί την καρδιά», επειδή σύμφωνα με ένα μεγάλο αριθμό επιδημιολογικών μελετών, η λογική κατανάλωση κρασιού «μειώνει τον κίνδυνο καρδιακής προσβολής, βελτιώνει την μνήμη, καταπολεμά τον καρκίνο του μαστού και την ανικανότητα» (Michael Downey, 2003:1). Το κρασί αυξάνει την HDL (καλή χοληστερόλη) και μειώνει την LDL (κακή χοληστερόλη). Το κόκκινο κρασί θεωρείται πιο υγιεινό από το λευκό, επειδή περιέχει κουκούτσια και φλούδα σταφυλιού (Michael Downey, 2003:2). 

 

ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΣΗΜΕΡΑ

 

Στις μέρες μας, το κρασί απολαμβάνει μεγαλύτερο κύρος στα κυπριακά τραπέζια και συνήθως καταναλώνεται σε ξεχωριστές περιστάσεις, συνοδεύοντας το καλό φαγητό και τη φιλική παρέα. Μεταξύ των Ελληνοκυπρίων, το 72% καταναλώνει κρασί κυρίως στη διάρκεια του χειμώνα, η γενική εικόνα όμως είναι ότι «Οι Ελληνοκύπριοι δεν είναι συνηθισμένοι να πίνουν κρασί», αφού η κατά κεφαλήν ετήσια κατανάλωση κρασιού είναι 13 λίτρα, περιλαμβανομένης και της τουριστικής κατανάλωσης. Με άλλα λόγια, οι Ελληνοκύπριοι καταναλώνουν γύρω στα 7 λίτρα κρασιού ετησίως, μια ποσότητα υπερβολικά χαμηλή για μια χώρα με παράδοση στην αμπελουργία και την οινοποιία, σε σύγκριση με άλλες Μεσογειακές χώρες όπως η Γαλλία, στην οποία η κατά κεφαλήν ετήσια κατανάλωση κρασιού είναι 75 λίτρα, η Ιταλία με 70 λίτρα και η Ελλάδα με 40 λίτρα (Δήμος Θωμά, 2002:19 – 21). Αυτή η περιορισμένη κατανάλωση κρασιού οφείλεται στις ψηλές θερμοκρασίες για το μεγαλύτερο μέρος του έτους, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι Κύπριοι δεν είναι συνηθισμένοι να καταναλώνουν κρασί, παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Περαιτέρω, στην Κύπρο, το 57% των αρρένων και το 44% των θηλέων καταναλώνουν κρασί. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι στις αστικές περιοχές καταναλώνεται περισσότερο κρασί από ότι στις αγροτικές. Επίσης, όσο πιο ψηλό είναι το μορφωτικό επίπεδο και η κοινωνική τάξη, τόσο περισσότερο κρασί καταναλώνεται. Επιπρόσθετα, η ηλικιακή ομάδα που καταναλώνει μεγαλύτερες ποσότητες κρασιού είναι μεταξύ 25 – 55 ετών και τα μέρη με τη μεγαλύτερη κατανάλωση είναι τα εστιατόρια, οι ταβέρνες και οι διάφορες δεξιώσεις (Δήμος Θωμάς, 2002:19 – 21). Αυτά τα δεδομένα ισχύουν και γενικότερα στο εξωτερικό. Το κρασί δεν είναι ένα ποτό για καθημερινή κατανάλωση, αλλά σχετίζεται με τη χαρά και καταναλώνεται με φίλους, ως συνοδεία καλού φαγητού. Επιπρόσθετα, είναι ένα ποτό συνδεδεμένο με τον έρωτα και τον ηδονισμό και τα ζευγάρια το προτιμούν για τις ιδιωτικές τους στιγμές. Το κρασί σφραγίζει αξίες όπως η φιλία, η επιτυχία, η κοινωνική αποδοχή και ο πλούτος, ένα γεγονός που επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα της έρευνας αγοράς. Όλα αυτά τα μηνύματα έρχονται από κυπριακές και ξένες διαφημίσεις, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την κοινωνική πραγματικότητα και καθορίζοντας εκ νέου τα ήδη εδραιωμένα καταναλωτικά πρότυπα.

 

Στη διάρκεια των τελευταίων ετών, έχει παρατηρηθεί μια αύξηση στις εισαγωγές κρασιών,που ενώ το 1995 αποτελούσαν το 2,5% της Ελληνοκυπριακής κατανάλωσης κρασιών, το 1998 έφτασαν το 4,9%, και το 2001 η κατανάλωση αυξήθηκε στο 10% (Δήμος Θωμά, 2002:26). Αυτό φανερώνει την τάση που επικρατεί μεταξύ των Ελληνοκυπρίων για υποτίμηση οποιουδήποτε κυπριακού προϊόντος, αφού η επικρατούσα αντίληψη είναι ότι τα τοπικά προϊόντα δεν είναι τόσο καλά όσο τα εισαγόμενα. Βάσει των προαναφερθεισών ερευνών, οι Ελληνοκύπριοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερα χρήματα για να καταναλώσουν ένα καλό κρασί. 

 

ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ

 

Οι λόγοι για τους οποίους το κρασί προτιμάται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις είναι ταυτόχρονα πρακτικοί, καθώς το κρασί είναι ένα ποτό με χαμηλή περιεκτικότητα σε οινόπνευμα. Χαλαρώνει και δημιουργεί ευδιαθεσία χωρίς οι αρνητικές επιπτώσεις της μέθης να εμφανίζονται γρήγορα. Επιπρόσθετα, υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία κρασιών, συνεπώς και μια ποικιλία γούστων, έτσι τα κρασιά συνδυάζονται  με μια πληθώρα άλλων γεύσεων. Χάρη στην απαλή και λεπτή του γεύση, διατηρεί την ισορροπία μεταξύ των διάφορων γεύσεων και δεν τις υπερνικά, κάτι το οποίο δεν ισχύει για διάφορα άλλα ποτά με ψηλό περιεχόμενο σε οινόπνευμα.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Cobham, Claude D., 1908. Excerpta Cypria. Material for a History of Cyprus. Cambridge.
 

Davies, Gilli, 1993. “Wine in Cyprus Cooking”. Στο : Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of Tradition. Λεμεσός, σελίδες 122 – 135.
 

Galet, Pierre, 1993. “The Vines of Cyprus”. Στο: Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of Tradition. Λεμεσός, σελίδες pp. 60 – 72.
 

Καραγεώργης, Βάσσος, 1993. “The History of Wine in Cyprus”. Στο: Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of Tradition. Λεμεσός, σελίδες 30 – 45.
 

Καραμιχάλης, Λ., 1993. “Introdution”. Στο : Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of Tradition. Λεμεσός, σελίδες 6 – 9.
 

Κοντοπύργου, Π., Φεβρουάριος 1963. Κύπρος – Φαγητό και Κρασί Διαμέσου των Αιώνων. Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας, Λευκωσία.
 

Mariti, Giovanni, (1772) 1984. Wines of Cyprus. Σε μετάφραση Gwyn Morris, Αθήνα, 1984.
 

Ψαράς, Π., 1993. «Ο Απόστολος των Κρασιών». Στο: Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of Tradition. Λεμεσός, σελίδες 90 – 105.
 

Ριζοπούλου – Ηγουμενίδου, Ευφροσύνη. Τα αμπέλια και τα Κρασιά στην Παραδοσιακή Κουλτούρα της Κύπρου (18ος – 20ος αιώνας).
 

Ρούμπας, Νέαρχος, 1993. «Η Αμπελουργία στην Κύπρο». Στο: Vines and Wines of Cyprus. 4000 Years of Tradition. Λεμεσός, σελίδες 47 – 59.
 

Θωμά Δήμος, Αύγουστος 2002. Έκθεση Διευθυντή Τμήματος Πωλήσεων προς τη Διεύθυνση για την Επιτόπια Αγορά. ΕΤΚΟ ΛΤΔ. Τμήμα Πωλήσεων, Λεμεσός.

 

 

^top